heterostatic
Of or pertaining to heterostasis

Wikipedia foundation.

Look at other dictionaries:

  • heterostatic — het·ero·static …   English syllables

  • heterostatic — …   Useful english dictionary

  • ετεροστατικός — ή, ό (ηλεκτρ.) αυτός που ανήκει στη μέθοδο μετρήσεως ενός δυναμικού μέσω άλλου δυναμικού. επίρρ... ετεροστατικώς με ετεροστατική μέθοδο μετρήσεως. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. heterostatic < hetero (πρβλ. ετερο *) + static (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • heterostatically — adverb see heterostatic …   Useful english dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”